προήκω


προήκω
я прошёл вперёд, продвинулся

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "προήκω" в других словарях:

  • προήκω — προήκω to have gone before pres subj act 1st sg προήκω , προήκω to have gone before pres ind act 1st sg προήκω , προίημι send forth aor ind mid 2nd sg προήκω , προίημι send forth aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προήκω — Α [ἥκω] 1. είμαι ανώτερος, υπερέχω («γένει τε οὐδενὸς ἐνδεὴς χρήμασί τε προήκων», Ξεν.) 2. έχω προχωρήσει, έχω φθάσει («ἔχειν ἡλικίαν πλέον προήκουσαν», Αριστοτ.) 3. έχω εξέλθει («τοῡ δωματίου προήκων», Ηλιόδ.) 4. απλώνομαι πέρα από κάτι,… …   Dictionary of Greek

  • προῆκον — προήκω to have gone before imperf ind act 3rd pl προῆκον , προήκω to have gone before imperf ind act 1st sg προῆκον , προήκω to have gone before pres part act masc voc sg προῆκον , προήκω to have gone before pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προήκομεν — προήκω to have gone before imperf ind act 1st pl προήκομεν , προήκω to have gone before pres ind act 1st pl προήκομεν , προήκω to have gone before imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προήκῃ — προήκω to have gone before pres subj mp 2nd sg προήκῃ , προήκω to have gone before pres ind mp 2nd sg προήκῃ , προήκω to have gone before pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προήξει — προήκω to have gone before aor subj act 3rd sg (epic) προήξει , προήκω to have gone before fut ind mid 2nd sg προήξει , προήκω to have gone before fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προήξουσιν — προήκω to have gone before aor subj act 3rd pl (epic) προήξουσιν , προήκω to have gone before fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) προήξουσιν , προήκω to have gone before fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προηκούσας — προηκούσᾱς , προήκω to have gone before pres part act fem acc pl (attic epic doric ionic) προηκούσᾱς , προήκω to have gone before pres part act fem gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προηκόντων — προήκω to have gone before pres part act masc/neut gen pl προηκόντων , προήκω to have gone before pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προῆξαν — προάγνυμι break before aor ind act 3rd pl (attic epic ionic) προῆξαν , προάγω lead forward aor ind act 3rd pl (attic epic ionic) προῆξαν , προήκω to have gone before aor part act neut nom/voc/acc sg προῆξαν , προήκω to have gone before aor ind a …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προήκει — προήκης pointed masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) προήκης pointed masc/fem/neut dat sg προήκεϊ , προήκης pointed dat sg (epic) προήκει , προήκω to have gone before pres ind mp 2nd sg προήκει , προήκω to have gone before pres ind act 3rd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)